μεσεγγύηση
Ορισμοί
η μετά από συμφωνία ή η μετά από απόφαση δικαστηρίου ή άλλου οργάνου παράδοση σε τρίτο πρόσωπο επίδικου πράγματος για φύλαξη και για εξασφάλιση αμφισβητούμενων δικαιωμάτων
Παραδείγματα
“συμβατική μεσεγγύηση”
“δικαστική μεσεγγύηση”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free