Meaning of μεσαριά | Babel Free
Ορισμοί
- που βρίσκεται στη μέση, ανάμεσα
-
η κεντρική τοποθεσία, το εσωτερικό μιας περιοχής ή χώρας, η ενδοχώρα especially
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας, συνήθως διαφόρων μεσόγειων χωριών σε νησιά όπως στην Άνδρο, στην Κέρκυρα, στην Κύθνο (άλλη ονομασία της Χώρας Κύθνου) και αλλού
-
άσπαρτο χωράφι που βρίσκεται ανάμεσα σε σπαρμένα especially
Παραδείγματα
“πάω μεσαριά: βαδίζω - πηγαίνω ίσια, κατευθείαν, κόβοντας δρόμο”
“και τοπωνύμια Μεσαριά”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.