Meaning of μειοδοτώ | Babel Free
Ορισμοί
- δίνω την πιο χαμηλή τιμή σε κάποιο μειοδοτικό διαγωνισμό ή σε μία δημοπρασία
-
υπολείπομαι, υστερώ, δεν απαιτώ όσο πρέπει figuratively
Παραδείγματα
“Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης είναι από τα μεγαλύτερα θύματα αυτών των διαγωνισμών. Η εταιρεία που μειοδότησε προσφέροντας έκπτωση 30% σε σχέση με την αμέσως επομένη κατέφυγε στις πρακτικές που μόλις περιγράψαμε: καθυστερήσεις, απόρριψη μελετών, εκτέλεση μόλις του 10% των εργασιών. (*)”
“Οι συνδικαλιστές (...) είναι χωρισμένοι στα δύο. (...) Εν όψει του συνεδρίου (...) κανείς δεν επιθυμεί να του καταλογισθεί ότι μειοδότησε σε αγωνιστικότητα. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.