HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μειοδοτώ | Babel Free

Verb CEFR B2

Ορισμοί

  1. δίνω την πιο χαμηλή τιμή σε κάποιο μειοδοτικό διαγωνισμό ή σε μία δημοπρασία
  2. υπολείπομαι, υστερώ, δεν απαιτώ όσο πρέπει
    figuratively

Παραδείγματα

“Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης είναι από τα μεγαλύτερα θύματα αυτών των διαγωνισμών. Η εταιρεία που μειοδότησε προσφέροντας έκπτωση 30% σε σχέση με την αμέσως επομένη κατέφυγε στις πρακτικές που μόλις περιγράψαμε: καθυστερήσεις, απόρριψη μελετών, εκτέλεση μόλις του 10% των εργασιών. (*)”
“Οι συνδικαλιστές (...) είναι χωρισμένοι στα δύο. (...) Εν όψει του συνεδρίου (...) κανείς δεν επιθυμεί να του καταλογισθεί ότι μειοδότησε σε αγωνιστικότητα. (*)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μειοδοτώ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course