HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ματσούκα | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. ραβδί από χοντρό ξύλο, σαν μαγκούρα, για να στηρίζεται κάποιος αλλά και για να χτυπάει
  3. κάτι μακρύ και δυνητικά επικίνδυνο, πάντως άκομψο και άχρηστο και αναλογικά, μεγάλο
  4. παλούκι
  5. το γεννητικό όργανο των γαϊδάρων και όχι μόνον

Παραδείγματα

“Πάρε αυτή τη ματσούκα από εδώ μέσα”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ματσούκα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course