Meaning of ματσούκα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- ραβδί από χοντρό ξύλο, σαν μαγκούρα, για να στηρίζεται κάποιος αλλά και για να χτυπάει
- κάτι μακρύ και δυνητικά επικίνδυνο, πάντως άκομψο και άχρηστο και αναλογικά, μεγάλο
- παλούκι
- το γεννητικό όργανο των γαϊδάρων και όχι μόνον
Παραδείγματα
“Πάρε αυτή τη ματσούκα από εδώ μέσα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.