Meaning of ματρακάς | Babel Free
/ma.tɾaˈkas/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- είδος σφυριού με βάρος πάνω από ένα κιλό, σιδερένια παραλληλόγραμμη χοντρή κεφαλή και ξύλινη λαβή
-
όχημα,αυτοκίνητο ξεχαρβαλωμένο ή χαλασμένο, σακαράκα, σαράβαλο familiar
Ισοδύναμα
English
lump hammer
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: μαντρακάς”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.