Meaning of μαρτυράω | Babel Free
/maɾ.tiˈɾo/Ορισμοί
- αποκαλύπτω μυστικό που μου έχουν εμπιστευτεί, ενώ θα έπερεπ να το κρατήσω
- μόνο στην ενεργητική φωνή
- με βασανίζουν, υφίσταμαι βασανιστήρια
-
υποφέρω, βασανίζομαι figuratively
- το λόγιο μαρτυρώ¹ για τις σημασίες τεκμηριώνω, έχω μαρτυρικό θάνατο για τη χριστιανική πίστη, καταθέτω σε δικαστήριο
Παραδείγματα
“με μαρτύρησε ο μικρός στη μάνα μας ότι έσπασα το τζάμι”
“μαρτύρησε η μάνα τους για να τους αναστήσει”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.