Meaning of μαντίλια | Babel Free
/manˈti.ʎa/Ορισμοί
- ισπανικό μεταξωτό, δαντελωτό σάλι που φοριόταν και στο κεφάλι και ήταν μετά την Αναγέννηση της μόδας σε όλη την Ευρώπη -συχνά στερεωνόταν στα μαλλιά με το ισπανικό χτένι ή με τόκες
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μαντίλι accusative, nominative, plural, vocative
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.