Meaning of μανικιουρίστ | Babel Free
Ορισμοί
εκείνος ή εκείνη που κάνουν μανικιούρ στα νύχια άλλων, ο μανικιουρίστας και η μανικιουρίστα (παλιότερα και μανικουρίστρια)
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.