Meaning of μανικιουρίστα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναίκα που κάνει μανικιούρ στα χέρια άλλων, στων πελατών και πελαττισών της
-
το αρσενικό γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μανικιουρίστας accusative, genitive, singular, vocative
-
το θηλυκό ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του μανικιουρίστα accusative, nominative, singular, vocative
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.