Meaning of μανικιουρίστας | Babel Free
Ορισμοί
- επαγγελματίας άνδρας που κάνει μανικιούρ στα χέρια άλλων, στων πελατών και πελατισσών του
-
το θηλυκό γενική ενικού του μανικιουρίστα genitive, singular
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.