Σημασία του μανιακή | Babel Free
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μανιακός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Καθάριζε το σπίτι με μανιακή επιμονή.”
She cleaned the house with maniacal persistence.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free