Meaning of μανάρι | Babel Free
Ορισμοί
- μικρό αρνάκι, αμνοερίφιο που τρέφεται ειδικά με προορισμό να το σφάξουν νεαρό
-
θαυμαστική προσφώνηση (προς παιδάκι, γυναίκα, άντρα) figuratively
Παραδείγματα
“※ Το μανάρι εἶναι γκαστρωμένο. ̓́Ασε πρῶτα νά γεννήσει καί μετά τό σφάζουμε. Ὄχι, τώρα τό θέλω. Τί νά κάνει ὁ βασιλιάς, τῆς ἔκαμε τό χατίρι. Ἔβαλε τόν ὑπηρέτη του κι ἔσφαξε τό μανάρι (Συλλογή Μαρούλας Κλιάφα, Παραμύθια της Θεσσαλίας, εκδ. Κέδρος, 1977, σελ. 88)”
“※ Το μανάρι, το είδες;» «Το είδα!» της απάντησε χαμηλόφωνα, χαμογελώντας πονηρά ο Φοίβος. Το μανάρι που είχε δει η Κλαίρη και έτρωγε κυριολεκτικά με τα μάτια της, όλη την ώρα της συνάντησης τους, ήταν μία νεαρή δικηγόρος (Γιώργος Ντόβας, Μαγικό Βουνό, 2024)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.