Meaning of μαθητεία | Babel Free
Ορισμοί
- το να μαθητεύει κανείς, η εκμάθηση μιας τέχνης, ενός επαγγέλματος
- το χρονικό διάστημα κατά το οποίο κάποιος μαθητεύει
Παραδείγματα
“οι Σχολές Μαθητείας του ΟΑΕΔ”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.