HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μαθές | Babel Free

Adverb CEFR B1

Ορισμοί

  1. δηλαδή (επεξηγηματικό)
    vulgar
  2. αλήθεια, άραγε
    ironic
  3. βέβαια, ασφαλώς
    Cretan

Παραδείγματα

“— Πότισες τα ζα; —Ναι μαθές !”
“※ Ἐκεῖνος ποὺ ἦτον δικός του ὁ γάλος, ἦρθε μεσάνυχτα κ᾽ ἐφώναζε, ἔκανε τὸ κακό, καὶ μᾶς φοβέριζε ὅλους, κ᾽ ἡ φαμίλια σου, ἐπειδὴς τὸν εἶχε κόψει τὸ γάλο, μαθές, καὶ τὸν εἶχε βάλει στὸ τσουκάλι, βρέθηκε στὰ στενά. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μαθές used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course