Meaning of μαθές | Babel Free
Ορισμοί
-
δηλαδή (επεξηγηματικό) vulgar
-
αλήθεια, άραγε ironic
-
βέβαια, ασφαλώς Cretan
Παραδείγματα
“— Πότισες τα ζα; —Ναι μαθές !”
“※ Ἐκεῖνος ποὺ ἦτον δικός του ὁ γάλος, ἦρθε μεσάνυχτα κ᾽ ἐφώναζε, ἔκανε τὸ κακό, καὶ μᾶς φοβέριζε ὅλους, κ᾽ ἡ φαμίλια σου, ἐπειδὴς τὸν εἶχε κόψει τὸ γάλο, μαθές, καὶ τὸν εἶχε βάλει στὸ τσουκάλι, βρέθηκε στὰ στενά. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.