Meaning of μάινα | Babel Free
/ˈmai̯.na/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- το μαϊνάρισμα, η διαδικασία του κατεβάσματος ενός αντικειμένου όπως ένα πανί, μία σημαία, ή της άγκυρας στο πλοίο.
- κοινή ονομασία του πουλιού Γκράκουλα (Gracula religiosa), είδος στρουθιόμορφου πουλιού, με μαύρο χρωματισμό που, όπως οι παπαγάλοι, έχει τη δυνατότητα να αρθρώνει λέξεις ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Παραδείγματα
“Μόλις κάνουμε το μάινα των πανιών, ετοιμάστε τους κάβους για να δέσουμε.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.