μαζεύτηκε
Ορισμοί
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μαζεύομαι
Παραδείγματα
“Το πλήθος μαζεύτηκε στην πλατεία νωρίς το πρωί.”
The crowd gathered in the square early in the morning.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free