Meaning of μαγκούφης | Babel Free
Ορισμοί
- άτομο που έχει απομείνει χωρίς οικογένεια, άγαμος, ολομόναχος, έρημος
-
ο άθλιος, ο δυστυχής figuratively
-
για άτομα ιδιότροπα που λόγω του χαρακτήρα τους οι άλλοι τους αποστρέφονται figuratively
Παραδείγματα
“θα μείνεις μαγκούφης σ' όλη σου τη ζωή!”
“※ Προχτὲς ἐμάθαμε ἀπὸ τὸ ἀστυνομικὸ δελτίο, πῶς μιὰ δοῦλα ἕπεσε στὸ πηγάδι νὰ πνιγῃ καὶ ὅτι δὲν ἤτανε τόσο ὤμορφη. Καὶ ποιὸς τὸν ρώτησε τὸν μαγκούφη τί μοῦτρα εἶχε τὸ κορίτσι;”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.