μαγειρίτσα
Ορισμοί
παραδοσιακό φαγητό (κυρίως σούπα και κατά περιοχές φρικασέ) που καταναλώνεται το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, μετά την Ανάσταση
Ισοδύναμα
Englishmagiritsa
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free