μίσθωση
Ορισμοί
η σύμβαση με την οποία ένα πρόσωπο αποκτά δικαίωμα για τη χρήση κάποιου αγαθού αντί ορισμένου τιμήματος
Ισοδύναμα
11 more languages
Българскинаемане
DeutschMietverhältnis
Ελληνικάπάκτωση
Gaeilgetionóntacht
Bahasa Indonesiapenyakapan
Русскийаренда
Türkçekira
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free