Meaning of μέθη | Babel Free
/ˈme.θi/Ορισμοί
- έντονη ψυχική διέγερση, ευφορία, η οποία προκαλείται από την λήψη οινοπνεύματος ή άλλων ψυχοτρόπων
-
ψυχική διέγερση, ευφορία, που οφείλεται σε έντονα συναισθήματα figuratively
- μορφή ελαφράς νάρκωσης
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“η μέθη της νίκης, η ερωτική μέθη”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.