Meaning of μάταιος | Babel Free
/ˈma.te.os/Ορισμοί
- ανώφελος, που γίνεται του κάκου, άδικος με την έννοια ότι δεν θα φέρει ή δεν έφερε αποτέλεσμα, άσκοπος, με την έννοια ότι έχει σκοπό αλλά δεν θα τον επιτύχει
- κούφιος, κενόδοξος
Παραδείγματα
“μάταιη προσπάθεια, μάταιος αγώνας,”
“μάταιος άνθρωπος, μάταιος κόσμος”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.