HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Μάρω | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈma.ɾo/

Ορισμοί

  1. γυναικείο όνομα, χαϊδευτικό για ονόματα όπως Μαρία, Μαριάνθη, Μαρίκα ή υποκοριστικό του Μαρουλιώ κ.ο.κ.
  2. γυναικείο όνομα
  3. τυπικό όνομα για αλεπού (όπως σε παραμύθια και παιδικά τραγούδια), συνήθως ως κυρα-Μάρω

Παραδείγματα

“γραφές: κυρα-Μάρω, κυρά Μάρω”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Μάρω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course