Meaning of μάρμαρα | Babel Free
/ˈmaɾ.ma.ɾa/Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- γυναικείο επώνυμο
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαρμαράς accusative, genitive, singular, vocative
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάρμαρο
-
στείρα dated, idiomatic
Παραδείγματα
“Δὲν ἦτο μόνον «μαρμάρα», τουτέστι στεῖρα, ἡ νύμφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾽ ἦτο ἄπαστρη, ἀπασσάλωτη, ξετσίπωτη, κτλ. Ὅλα τὰ εἶχεν, «ἡ ποίσα, ἡ δείξα, ἡ ἄκληρη». (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Το χριστόψωμο)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.