HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μάρμαρα | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈmaɾ.ma.ɾa/

Ορισμοί

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαρμαράς
    accusative, genitive, singular, vocative
  4. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάρμαρο
  5. στείρα
    dated, idiomatic

Παραδείγματα

“Δὲν ἦτο μόνον «μαρμάρα», τουτέστι στεῖρα, ἡ νύμφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾽ ἦτο ἄπαστρη, ἀπασσάλωτη, ξετσίπωτη, κτλ. Ὅλα τὰ εἶχεν, «ἡ ποίσα, ἡ δείξα, ἡ ἄκληρη». (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Το χριστόψωμο)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μάρμαρα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course