μάρκετινγκ
Ορισμοί
- οικονομικός όρος του εμπορίου για την έρευνα αγοράς και τον τρόπο πρώθησης προϊόντων
-
με την εμπορευματοποίηση, μάρκετινγκ είναι πλέον και η προώθηση της εικόνας ατόμων ή και ιδεών μέσα από τους ίδιους μηχανισμούς (διαφήμισης, προβολής, δημοσίων σχέσεων με τα ΜΜΕ, έρευνας της αντίστοιχης "αγοράς") όπου το προϊόν είναι πλέον το άτομο ή η ιδέα και καταναλωτικός στόχος είναι ο πολίτης, π.χ. ως τηλεθεατής (μάρκετινγκ ηθοποιών), ως φιλόμουσος (μάρκετινγκ δισκογραφικών) κ.λπ. figuratively
Ισοδύναμα
Englishmarketing
31 more languages
العربيةتسويق
Българскимаркетинг
Catalàmàrqueting
Cymraegmarchnata
Danskmarkedsføring
Eestiturundus
فارسیبازاریابی
Suomimarkkinointi
Gàidhligmargadh
Galegomercadotecnia
עבריתשיווק
हिन्दीविपणन
ქართულიმარკეტინგი
Қазақ тілімаркетинг
한국어마케팅
Македонскимаркетинг
Polskimarketing
Русскиймаркетинг
Svenskamarknadsföring
ไทยการตลาด
Українськамаркетинг
Παραδείγματα
“Στο πολιτικό μάρκετινγκ το «προϊόν» είναι ο πολιτικός υποψήφιος και καταναλωτής ο ψηφοφόρος.”
“αθλητικό μάρκετινγκ (για την προώθηση των αθλητών)”
“μάρκετινγκ στο χώρο των γκαλερί (για την προώθηση συγκεκριμένων δημιουργών)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free