Meaning of μάγουλα | Babel Free
/maˈɣu.la/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Μαγουλάς
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μαγουλάς
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάγουλο
-
λόφος vulgar
-
μεγεθυντικό του μάγουλο vulgar
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.