Meaning of μάγιστρος | Babel Free
Ορισμοί
- ανώτατο αξίωμα της ύστερη Ρωμαϊκή και στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία (μάγιστρος τῶν ὀφφικίων)
- ανδρικό επώνυμο
- ανώτατος αρχηγός ιπποτικών ταγμάτων (μέγας μάγιστρος)
-
έμπειρος τεχνίτης, μάστορας dated
Ισοδύναμα
English
magister
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.