HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

λύρα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
ˈli.ɾa

Ορισμοί

  1. αρχαίο ελληνικό μουσικό όργανο, νυκτό (δείτε λύρα)
  2. όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 48 αστερισμούς που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση. Ένα από τα αστέρια της, ο Βέγας, είναι ένα από τα λαμπερά του ουράνιου θόλου
  3. έγχορδο παραδοσιακό ελληνικό μουσικό όργανο, συνήθως με τρεις χορδές, αχλαδόσχημο ή φιαλόμορφο, που παίζεται με δοξάρι

Ισοδύναμα

30 more languages
العربيةكنارة
Azərbaycan dilikamança
Българскилира
Bosanskiliraлира
Catalàlira
Češtinalyra
DeutschleierLyra
Hrvatskiliraлира
Íslenskalýra
Italianolira
Македонскикемане
Nederlandslier
PortuguêsLyra
Românăliră
Slovenčinalýra
Slovenščinalira
Српскиliraлира
Svenskalyran
Türkçekemençelir
Українськареля
中文天琴座

Παραδείγματα

“συντομογραφία: Lyr”
“λύρα του Απόλλωνα”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λύρα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free