Σημασία του λύνει | Babel Free
ˈli.niΟρισμοί
γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του λύνω
Παραδείγματα
“Λύνει τα κορδόνια του.”
(He) unties his laces.
“Δεν πρέπει να λύνει τα κορδόνια της.”
(She) ought not untie her laces.
“Θα λύνει προβλήματα μαθηματικών, όλη τη μέρα.”
(He/she) will be solving math problems all day.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free