Σημασία του λότο | Babel Free
ˈlo.toΟρισμοί
είδος τυχερού παιχνιδιού, στο οποίο κάποιος επιλέγει ορισμένους αριθμούς από ένα πεπερασμένο σύνολο, κι αν τους πετύχει, κερδίζει
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Κάθε Σάββατο παίζει λότο ελπίζοντας στο τζακ ποτ.”
Every Saturday he plays the lottery hoping for the jackpot.
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free