Meaning of λότο | Babel Free
/ˈlo.to/Ορισμοί
είδος τυχερού παιχνιδιού, στο οποίο κάποιος επιλέγει ορισμένους αριθμούς από ένα πεπερασμένο σύνολο, κι αν τους πετύχει, κερδίζει
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.