Meaning of λόγγος | Babel Free
/ˈloŋ.gos/Ορισμοί
- ονομασία οικισμός της Ελλάδας
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- ανδρικό επώνυμο
- το σημείο ή η περιοχή του βουνού η οποία έχει πυκνή βλάστηση από θαμνώδη φυτά όπως πουρνάρια, κουμαριές κ.ά. Η πυκνότητα της βλάστησης είναι τόσο μεγάλη που είναι (ενδεχομένως) αδύνατη η διέλευση μέσα από αυτήν την περιοχή.
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.