HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λόγγος | Babel Free

Noun masculine CEFR B1
/ˈloŋ.gos/

Ορισμοί

  1. ονομασία οικισμός της Ελλάδας
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  3. ανδρικό επώνυμο
  4. το σημείο ή η περιοχή του βουνού η οποία έχει πυκνή βλάστηση από θαμνώδη φυτά όπως πουρνάρια, κουμαριές κ.ά. Η πυκνότητα της βλάστησης είναι τόσο μεγάλη που είναι (ενδεχομένως) αδύνατη η διέλευση μέσα από αυτήν την περιοχή.

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λόγγος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course