λωρίδα
Ορισμοί
- στενόμακρο παραλληλόγραμμο κομμάτι υφάσματος
- γυναικείο επώνυμο
- στενόμακρο παραλληλόγραμμο τμήμα ενός μεγαλύτερου αντικειμένου
- στενόμακρη περιοχή
Ισοδύναμα
Españolpista de aterrizaje
16 more languages
العربيةمهبط
עבריתרצועה
Italianopista d'atterraggio
日本語滑走路
Русскийпоса́дочная полоса́
Slovenščinapristajalna steza
Svenskalandningsbana
Παραδείγματα
“λωρίδα κυκλοφορίας”
traffic lane
“δρόμος με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση”
“Η Λωρίδα της Γάζας”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free