HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

λυκόπουλο

Ουσιαστικό CEFR B2
liˈko.pu.lo

Ορισμοί

  1. υποκοριστικό του λύκος
  2. το μικρό ενός λύκου
  3. παιδί, μέλος του παιδικού τμήματος στον προσκοπισμό

Ισοδύναμα

30 more languages
Българскивълче
Bosanskilupan
Catalàllobató
Češtinavlče
Ελληνικάλυκάκι
Esperantolupido
Hrvatskilupan
Italianolupacchiotto
한국어새끼늑대
Latinalupellus
Lietuviųvilkiukas
Македонскиволче
Bahasa Melayuanak serigala
Nederlandswelpwolvenwelp
Românălupan
Русскийволчонок
Slovenčinavĺča
Српскиlupan
Türkçebürçe
Українськавовчавовченя́

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λυκόπουλο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free