HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

λούφα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
ˈlufa

Ορισμοί

  1. το να αποφεύγει κάποιος να κάνει αντιληπτή την παρουσία του, προκειμένου να μην του ανατεθεί κάποιο καθήκον ή εργασία
  2. γυναικείο επώνυμο

Ισοδύναμα

8 more languages

Παραδείγματα

“Λούφα και Παραλλαγή”

Loafing and Camouflage (1984 Greek film by Nikos Perakis)

τον θυμάμαι από το στρατό· όλο λούφα και παραλλαγή ήτανε”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λούφα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free