HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λούφα | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/ˈlufa/

Ορισμοί

  1. το να αποφεύγει κάποιος να κάνει αντιληπτή την παρουσία του, προκειμένου να μην του ανατεθεί κάποιο καθήκον ή εργασία
  2. γυναικείο επώνυμο

Παραδείγματα

“Λούφα και Παραλλαγή”

Loafing and Camouflage (1984 Greek film by Nikos Perakis)

“τον θυμάμαι από το στρατό· όλο λούφα και παραλλαγή ήτανε”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λούφα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course