Meaning of λούφα | Babel Free
/ˈlufa/Ορισμοί
- το να αποφεύγει κάποιος να κάνει αντιληπτή την παρουσία του, προκειμένου να μην του ανατεθεί κάποιο καθήκον ή εργασία
- γυναικείο επώνυμο
Παραδείγματα
“Λούφα και Παραλλαγή”
Loafing and Camouflage (1984 Greek film by Nikos Perakis)
“τον θυμάμαι από το στρατό· όλο λούφα και παραλλαγή ήτανε”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.