Meaning of λουφές | Babel Free
Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λούφα accusative, nominative, plural, vocative
-
αμοιβή, μισθός dated
-
χρήματα που αποκτήθηκαν ανήθικα dated
Παραδείγματα
“※ Οἱ εὐτολμότεροι τούτων δράττοντες τὰ ὅπλα καὶ συσσωματούμενοι περιήρχοντο κατατρέχοντες τοὺς ἅρπαγας καὶ ἀποξενώσαντας ἀπ’ αὐτῶν τὴν πατρῴαν γῆν, καὶ διὰ νὰ συντηρῶνται ἠναγκάζοντο νὰ φορολογῶσι τοὺς κατοίκους, λαμβάνοντες παρ’ αὐτῶν τὴν διὰ τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς στρατιώτας μισθοδοσίαν, ὀνομαζομένην λουφὲς τῶν παλικαριῶν (Λάμπρος Κουτσονίκας, Γενικὴ ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, Τύποις τοῦ «Εὐαγγελισμοῦ» Δ. Καρακατσάνη, ἐν Ἀθήναις 1864, τ. 2, σελ. ηʹ)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.