HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του λουφές | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR B1

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λούφα
    accusative, nominative, plural, vocative
  2. αμοιβή, μισθός
    dated
  3. χρήματα που αποκτήθηκαν ανήθικα
    dated

Παραδείγματα

“※ Οἱ εὐτολμότεροι τούτων δράττοντες τὰ ὅπλα καὶ συσσωματούμενοι περιήρχοντο κατατρέχοντες τοὺς ἅρπαγας καὶ ἀποξενώσαντας ἀπ’ αὐτῶν τὴν πατρῴαν γῆν, καὶ διὰ νὰ συντηρῶνται ἠναγκάζοντο νὰ φορολογῶσι τοὺς κατοίκους, λαμβάνοντες παρ’ αὐτῶν τὴν διὰ τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς στρατιώτας μισθοδοσίαν, ὀνομαζομένην λουφὲς τῶν παλικαριῶν (Λάμπρος Κουτσονίκας, Γενικὴ ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, Τύποις τοῦ «Εὐαγγελισμοῦ» Δ. Καρακατσάνη, ἐν Ἀθήναις 1864, τ. 2, σελ. ηʹ)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λουφές σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free