Meaning of λουτρό | Babel Free
/luˈtɾo/Ορισμοί
- μπάνιο
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- βύθισμα του σώματος σε ειδικό υλικό (άμμο, λάσπη, ιαματικό νερό κλπ) για θεραπευτικούς σκοπούς
Ισοδύναμα
English
bath
Παραδείγματα
“ο χώρος του σπιτιού που χρησιμοποιείται για το πλύσιμο του προσώπου και του σώματος”
“(παρωχημένο) το πλύσιμο του σώματος”
“βάπτισμα, βύθισμα αντικειμένων σε ειδικά υγρά προκειμένου να υποστούν κάποια χημική ή άλλου είδους επεξεργασία”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.