HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λουτρό | Babel Free

Noun CEFR C2 Standard
/luˈtɾo/

Ορισμοί

  1. μπάνιο
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  3. βύθισμα του σώματος σε ειδικό υλικό (άμμο, λάσπη, ιαματικό νερό κλπ) για θεραπευτικούς σκοπούς

Ισοδύναμα

English bath

Παραδείγματα

“ο χώρος του σπιτιού που χρησιμοποιείται για το πλύσιμο του προσώπου και του σώματος”
“(παρωχημένο) το πλύσιμο του σώματος”
“βάπτισμα, βύθισμα αντικειμένων σε ειδικά υγρά προκειμένου να υποστούν κάποια χημική ή άλλου είδους επεξεργασία”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λουτρό used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course