Meaning of λουτράρη | Babel Free
Ορισμοί
- λουτράρης, στη γενική του ενικού
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Λουτράρης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Λουτράρης accusative, genitive, singular, vocative
- λουτράρης, στην αιτιατική του ενικού
- λουτράρης, στην κλητική του ενικού
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.