Meaning of λουξ | Babel Free
/ˈluks/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
είδος φωτιστικού (που καίει πετρέλαιο ή άλλο υλικό) dated
- μονάδα μέτρησης που μετράει την φωτεινή ισχύ (λούμεν) ανά περιοχή
Ισοδύναμα
English
Lux
Παραδείγματα
“λάμπα λουξ”
lamp "lux"
“σύμβολο: lx”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.