Meaning of Λουίζα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- θαμνώδες αρωματικό φυτό, που τα φύλλα του χρησιμοποιούνται στην αρωματοποιία
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Και μια φούχτα λουίζα (Οδυσσέας Ελύτης, Θάνατος καὶ Ἀνάστασις τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, 1969)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.