Meaning of λοστάρι | Babel Free
Ορισμοί
- ο λοστός
-
το μακρύ, κυλινδρικό, αποσπώμενο τμήμα διάφορων εργαλείων, το οποίο χρησιμοποιείται για να πιάνουμε και να χειριζόμαστε το εργαλείο especially
Παραδείγματα
“έχετε ξύλινα λοστάρια για αυτό το σκεπάρνι;”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.