HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λογισμός | Babel Free

Noun masculine CEFR B2
/lo.ʝiˈzmos/

Ορισμοί

  1. σκέψη, στοχασμός
    literary
  2. η μαθηματική μελέτη της αλλαγής

Ισοδύναμα

English calculus

Παραδείγματα

“see λογισμός on the Greek Wikipedia.Wikipedia ᵉˡ”
“※ Με λογισμό και μ’ όνειρο, τί χάρ’ έχουν τα μάτια,”
“※ Πῶς μᾶς θωρεῖς ἀκίνητος;... Ποῦ τρέχει ὁ λογισμός σου, τὰ φτερωτά σου ὄνειρα;...”
“※ Ο Φραγκίσκος έσκυψε το κεφάλι, βυθίστηκε σε λογισμούς.”
“απειροστικός λογισμός”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λογισμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course