HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λοίμωξη | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/ˈli.mo.ksi/

Ορισμοί

η διαδικασία πολλαπλασιασμού μικροβίων που προκαλεί συνήθως φλεγμονή

Ισοδύναμα

English infection

Παραδείγματα

“λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος (urinary tract infection)”
“※ Οι λοιμώξεις από στρεπτόκοκκο προκαλούν διάφορα συμπτώματα, όπως πονόλαιμο, πυρετό, ρίγη και μυϊκούς πόνους. (www.efsyn.gr, 31.03.2023)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λοίμωξη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course