HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

λιθοκόπος

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2

Ορισμοί

  1. που (έχει ως επάγγελμα να) κόβει / θραύει λίθους
    feminine, masculine
  2. εργαλείο για την κοπή / θραύση λίθων
    masculine

Ισοδύναμα

13 more languages

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λιθοκόπος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free