Σημασία του λευκή | Babel Free
leˈfciΟρισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του λευκός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“※ Οι λευκές κηλίδες, ως αποτέλεσμα του σταδιακού αποχρωματισμού, είναι πρόβλημα για όσους πάσχουν από λεύκη (περίπου το 1%-2% του παγκόσμιου πληθυσμού, γύρω στα 40-50 εκατομμύρια άνθρωποι). (* εφημεδίρα Το Βήμα)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free