Meaning of λευτεριά | Babel Free
/le.fteɾˈʝa/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα, χαϊδευτικό του Ελευθερία
-
η ελευθερία literary, vulgar
Παραδείγματα
“※ —Ζορμπά … Θα τρώμε και θα πίνουμε μαζί. Κι ύστερα θα παίζεις σαντούρι. —Αν έχω κέφι, ακούς; Αν έχω κέφι. Να σου δουλεύω όσο θες σκλάβος σου! Μα το σαντούρι είναι άλλο πράμα. Είναι θεριό, θέλει λευτεριά. Αν έχω κέφι, θα παίζω· θα τραγουδώ κιόλα. Και θα χορεύω.... (Νίκος Καζαντζάκης (1946). Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.