Meaning of λείψανο | Babel Free
/ˈlipsano/Ορισμοί
- το απομεινάρι, ό,τι απέμεινε από ένα παλιό κτήριο, αντικείμενο κλπ ή (μεταφορικά) από έναν αρχαίο πολιτισμό
- το νεκρό σώμα, ιδίως ενός αγίου
Ισοδύναμα
English
Relic
Παραδείγματα
“το λείψανο του Αγίου τέθηκε για προσκύνημα από τους πιστούς”
“※ Ἔ! ναι, δέν ἀπόθανε ὁ χτικιάρης, κι ἂς τὸ περίμενε ὅλος ὁ ντουνιάς. Μπορεῖ νὰ πάθανε ἄλλοι κι ἄλλοι, νὰ μισερευτήκανε γεροὶ ἀνθρῶποι, μὰ αὐτός, αὐτὸ τὸ σάψαλο, τὸ λείψανο αὐτό, ἁρπάχτηκε ἀπ' τὸ τελευταῖο κλαράκι τῆς ζωῆς καὶ δὲν ἔλεγε νὰ πέσει (Μενέλαος Λουντέμης, Γλυκοχάραμα Διηγήματα 3η έκδοση, εκδ. Δορικός, 1965, σελ. 28)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.