Meaning of Λαύρα | Babel Free
/ˈla.vra/Ορισμοί
- μοναστήρι με ρυθμιστικό καθεστώς ιδιορρυθμίας, στο οποίο ο κάθε μοναχός ζει στο δικό του κελί
- γυναικείο όνομα
-
διάδρομος, ρύμη, στενωπός dated
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Λαύρας)
-
άλλη γραφή του λάβρα rare
Ισοδύναμα
English
Laura
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.