Meaning of λαϊκή | Babel Free
/la.iˈci/Ορισμοί
- άλλη μορφή του λαϊκή αγορά
- γυναικείο επώνυμο
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“λαϊκή αγορά”
street market
“Ψωνίζω αβγά από τη λαϊκή κάθε εβδομάδα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.