Meaning of λαϊκή αγορά | Babel Free
/la.iˈci a.ɣoˈɾa/Ορισμοί
περιοδική και συνήθως υπαίθρια αγορά, όπου τα προϊόντα πωλούνται κυρίως από τους ίδιους τους παραγωγούς σε χαμηλές τιμές
Ισοδύναμα
English
flea market
Παραδείγματα
“※ Την πριμοδότηση των νέων και πτυχιούχων με περισσότερα μόρια για τη διεκδίκηση μιας θέσης πωλητή σε λαϊκές αγορές προβλέπει το νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων για το υπαίθριο εμπόριο, το οποίο κατατέθηκε χθες το πρωί στη Βουλή.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.