Meaning of λαϊκή ετυμολογία | Babel Free
/la.iˈci e.ti.mo.loˈʝi.a/Ορισμοί
- δημώδης, μη επιστημονική εξήγηση της προέλευσης ενός όρου, η οποία βασίζεται σε επιφανειακή ή εσφαλμένη σύνδεσή της με άλλο, γνωστότερο όρο και δεν γίνεται δεκτή από την επιστημονική ετυμολογία
- η γλωσσική μεταβολή λέξης (κυρίως δάνειας ή λόγιας), η οποία προκύπτει από εσφαλμένη ετυμολογική συσχέτισή της με άλλη, οικεία λέξη, με αποτέλεσμα την τροποποίηση της μορφής ή της σημασίας της
Παραδείγματα
“(σε δάνεια λέξη) γιουβαρλάκι < *γιουβαρελάκι (από το βαρέλι)”
“(σε λόγια λέξη) τένοντας < *τέντονας (από το τεντώνω)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.