Meaning of λαπωνικά | Babel Free
Ορισμοί
ομάδα γλωσσών και διαλέκτων που μιλούν οι Λάπωνες σε περιοχές της Νορβηγίας, Σουηδίας, Φιλανδίας και Ρωσίας. Ανήκουν στο φιννο-ουγγρικό κλάδο των ουραλο-αλταϊκών γλωσσών (αλλά έχουν υποστεί σε σημαντικό βαθμό αλλοίωση, κυρίως, από τις σκανδιναβικές γλώσσες).
Παραδείγματα
“Η Ελλάδα στα λαπωνικά λέγεται ΚΡΕΚΙΑ.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.